Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Μωρή Σούλα, τι γινήκανε οι άντρηδοι, μωρή;



Όλως διόλου τυχαία έπεσε στα χέρια μου επιστολή προβληματισμένης φίλης προς φίλη. Το περιεχόμενό της με προβλημάτισε και μένα.

Αγαπητή μου Σούλα,

Σου γράφω το παρόν ιδιοχείρως, πρώτον διότι δεν χωράει σε SMS και δεύτερον γιατί αυτές τις μέρες στο γραφείο λείπει ο προϊστάμενος και βαράμε μύγες.
Λοιπόν, δεν ξέρω αν το πρόσεξες κι εσύ Σούλα, αλλά οι άντρηδοι μωρή τι γίνανε; Δεν λέω για μένα βέβαια, που έτσι να κάνω τρέχουν να υποβάλουν τα σέβη τους πατείς μεν πατών σε δε, καθόσον, ε, πώς να το κάνουμε, έχουμε και τα άλφα προσόντα, αλλά για τις άλλες, τις άχαρες, που τις βλέπω να βολοδέρνουν και να γυαλίζει το μάτι τους και σφίγ­γεται η καρδιά μου.
Υπάρχει έλλειψη Σούλα, για να μην πω ξηρασία, για να μην πω προβληματάρα. Είναι ρε παιδί μου σαν ν’ άνοιξε η γη και τους κατάπιε! Βιβλική καταστροφή! Πύρινη λαίλα­πα!
Άλλοτε έβγαινες στον δρόμο και γινόταν διαδήλωση κανονική, με πανώ και συνθήμα­τα, και τώρα ούτε που γυρνάνε να σε φτύσουν. Να φανταστείς ότι εμένα, που πέρναγα από γιαπί κι έρχονταν τούμπα οι σκαλωσιές, που λέει ο λόγος, έχει να με πειράξει άντρας από του Αγίου Πι ανήμερα, που είναι και κινητή εορτή (μεγάλη η χάρη Του!). Προχθές μόνο κατιτίς μου πέταξε ένας Αλβανός κι ενώ άνοιξα το στόμα μου να τον στολίσω, αυ­τός ο λέχρος πήρε να μου εξηγεί (άσε σε τι ελληνικά...) μήπως είχα λέει κανά-δυο μο­νάδες να του δανείσω στο κινητό γιατί ξέμεινε, λέει, κι έπρεπε να πάρει επειγόντως τον κολλητό του που είχαν κανονίσει για μπύρες. Αλλά δεν φταιν αυτοί, εμείς φταίμε που ανοίξαμε τα σύνορα και μαζέψαμε τον κάθε πειναλέο μαύρο –και ιδού τ' αποτελέσματα!
Δεν ξέρω εσύ Σούλα, αλλά εμένα με προβληματίζει πολύ σοβαρά. Δηλαδή, όπως πάει, τι, στο τέλος συναμεταξύ μας θα τη βρίσκουμε; Εκδρομή με τα κορίτσια στη Μυτιλήνη να εορτάσουμε τα Σατουρνάλια –που λέει ο λόγος;
Εμένα, να σου πω τη μαύρη αλήθεια, με ζώσανε τα φίδια από τότε στους Ολυμπια­κούς του Καλατράβα, όταν βγάλαν κείνα τα σγουρά τα τεκνά με τους πλαστικούς κώλους και αποθεώθηκαν. Τι μήνυμα ήταν αυτό δηλαδή που στέλναμε στην Υφήλιο; Visit Greece, the country of Pissoglentides; Αυτό είναι το παράδειγμα που καλούμαστε να δώσουμε στη νεολαία; Κούνα το δέντρο, λεβέντη μου, να πέσουν τα σύκα; Δεν ξέρω, ρε φιλενάδα, προβληματίζομαι...
Όταν σου ‘ρχεται ο Λάκης να πούμε, που τον είχες καναρίνι, να τρώει καναβουράκι απ’ τα χεράκια σου και σου λέει: «Εγώ κανόνισα να πάμε με τους κολλητούς στη Μύκο­νο για power jumping» κι εσένα σε αφήνει στην απέξω, έτσι, στην ψύχρα, τι να σκεφτείς; Πού πάει ο κόσμος, η νεολαία, η ανθρωπότη ολόκληρη; Ποιος, ο Λάκης! Που τον έβαζες στο βρακί σου, δεύτερη εφεδρεία, και δεν έβγαζε άχνα!
Κι εντάξει, πες ότι σου βγήκε ένας τζούφιος –σκάρτο το προϊόν κι επιστρέφεται... Αμ οι άλλοι; Να λες του Τάκη από το γραφείο: «Είσαι, μεγάλε, για ένα ποτάκι μετά;» και να τρως πόρτα κανονικά: «Δεν γίνεται, μανάρι μου. Σήμερα παίζει η ομαδάρα Τσάμπιον­λίγκ». Δηλαδή, ρε μεγάλε, με τον Καραγκούνη σκοπεύεις να τη βρεις; –δεν κατάλαβα!
Τι έγιναν, ρε φιλενάδα, κείνες οι ηρωϊκές εποχές που σε φώναζε μέσα ο προϊστάμενος για υπαγόρευση και ξαναβγαίνατε με το καλό όταν μπαίναν οι καθαρίστριες, την άλλη μέρα το πρωί; Με «γράφετε δεσποινίς» θα τη βγάλουμε εφεξής τη φάση; Κι όχι τίποτις άλλο, αλλά χάνουμε και τις υπερωρίες!
Γι’ αυτό σου λέω... Πρόβλημα! Πολύ μεγάλο πρόβλημα –όχι για μένα, το ξαναεπανα­λαμβάνω, για τις άλλες, αλλά πρόβλημα!
Άντε, σ’ αφήνω τώρα γιατί πρέπει να πάω τον Μπούμπη στον κτηνίατρο καθόσον τε­λευταίως παρουσιάζει κάτι κοιλιακά, το χρυσό μου.

η φιλενάδα σου,
Τασία

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

I, SPIROS - Γκομενογεωγραφία, Μέρος Β'


Στον προηγούμενο τόμο καλύψαμε, με σειρά αξιολόγησης, τον πολιτισμένο κόσμο. Σε τούτον εδώ θα ασχοληθούμε με τση άγριες περιοχές του πλανήτη (και με κάτι κατιμάδες), από την Αμερικανική Ήπειρο ως τα νησιά τση Ιαπωνίας, περνώντας ενδιαμέσως από Αφρικές, Μέσες Ανατολές και Ασίες, χωρίς φοβο και με πολύ πάθος –αναλόγως τση περίστασης, να ‘μαστε ξηγημένοι.
Και για να μην μας κατηγορήσουν για ρατσιστές και ακατάδεχτους, ολόκληρο το τελευταίο μέρος είναι αφιερωμένο στη λεβεντογένα Ελλάδα, όπου παραθέτουμε τα στεγνά (καλά, όχι πάντα) γεγονότα, έτσι όπως τα ζήσαμε, ανεπηρέαστα κι αποστασιοποιημένα, σαν ουδέτεροι θεατές, που λέει ο λόγος.
Δώστε προσοχή και κρατείστε σημειώσεις καθόσον το μάθημα δεν θα επαναληφθεί.

I, Spiros

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

I, SPIROS - Γκομενογεωγραφία, Μέρος Α'



Από τότε που κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος των απομνημονευμάτων μου, ακολουθούμενος πάραυτα από τον ουδέποτε εκδοθέντα δεύτερο, αμφότεροι και οι δύο έχοντας χτυπήσει νούμερα με άπειρα μηδενικά, έχω λάβει εκατομμύρια επιστολές, τηλεφωνήματα και ημαίηλ όπου το φιλοθεάμον κοινό με παρακαλάει γονατιστό να δώκω κι άλλα στην κοινή γνώμη, που ως γνωστόν διψάει για μάθηση και για φιλοσοφίες του τύπου που μόνο ένας Σπύρος ξέρει και μπορεί να διδάξει.

«Δώστα όλα, μεγάλε! Μη φείδεσαι κόπων και εξόδων, οι αναγνώστες σου απαιτούν να ξεστραβωθούν», μου λέει ο ένας.

«Αν δεν μάθουμε από σένα, από ποιον θα μάθουμε;», επιχειρηματολογεί ο άλλος.

«Εμένα όμως, παλιόπαιδο, δεν μ’ έβαλες…», με μαλώνει η τρίτη.

Δίκιο έχουν οι αθρώποι και τσου καταλαβαίνω, πλην όμως, αυτά που ζητάτε είναι δύσκολα πράματα… Δεν γίνουνται από τη μια στιγμή στην άλλη… Άντε, πιάνουμε χαρτί και καλαμάρι κι όποιον πάρει ο Χάρος! Χρειάζεται μια προεργασία, μια μελέτη, μια μεθοδολογία, να ‘ούμ’. Τουλάχιστον αυτό έμαθα από τη θριαμβευτική μου θητεία στο πολιτικό μετερίζι, όπου κληθήκαμε να φυλάξουμε Θερμοπύλες εμείς! Δεν φυγοπονήσαμε, δεν λακίσαμε δίκην λαγών και κυρίως δεν μηδιάσαμε ποσώς. Σιγά-σιγά και με το μαλακό. Να ωριμάσουν πρώτα οι συνθήκες, να μπει μία τάξις, να οργανωθούμε και κατόπιν να ασκώσουμε τα μανίκια και να στρωθούμε στη δουλειά μπήγοντας το μαχαίρι ως το κόκαλο.

Τώρα, εδώ που τα λέμε, σάματις άδειαζα και καθόλου με ούλες τση υποχρεώσεις κι ούλα τα τρεχάματα για το ημέτερο καλό που μου προκύπτουν αφειδώς, ένεκα των πολλαπλών μου και ποικίλων απασχολήσεων, ώστε να έχω μυαλό να διδάξω; Όμως, η πίεση έχει γίνει αφόρητη κι έφτακα πια στο σημείο όπου η γενική κατακραυγή δεν μ’ αφήνει σε ησυχία, υπό τύπον «φωνή λαού, οργή θεού», που λέει και το Ευαγγέλιο, οπόταν τι να κάμω… ποιώ την αναγκαία φιλοτιμία και υποκύπτω.

Να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι Χριστό τον έχω κάνει αυτό το ρεμάλι τον Κολιόπουλο, να στρώσει τον κώλο του να δουλέψει το υλικό που του ‘χω παραδώκει –κασούνια ολόκληρα με χαρτούρα– αλλά όλο από αύριο σε αύριο με πάει, η κουφάλα, και προκοπή δεν γλέπω. Τελικά, τον κατάφερα κάπως, αλλά μέχρι να πάρει μπρος τούτος εδώ ασπρίσαν τα μαλλιά μας. Τέλος πάντων, κάτι έγινε και ιδού το αποτέλεσμα.

Στον τόμο αυτό, που κανονικά θα ‘πρεπε να ‘χει πάνω από χίλιες πεντακόσιες σελίδες, αλλά ας όψεται η κουλτουρολογοκρισία, έχω δομήσει το υλικό υπό τύπον πανεπιστημιακών ενοτήτων –γιατί μια μέρα, αυτό είναι σίγουρο, αυτά τα κείμενα θα διδάσκονται στα ΑΕΙ, ή να με φτύσεις εμένα! Το μάθημα αφορά φυσικά τη μελλοντική έδρα της Γκομενογεωγραφίας, ανάγκη επιτακτική και άμεση, και είναι χωρισμένο σε γεωπολιτικές ενότητες η καθεμιά των οποίων επικεντρώνεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γκομενών ανά χώρα προέλευσης. 
 

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Και Πάλι Φοιτητής Εξωτερικού




Όπου ο αιώνιος φοιτητής αφικνείται στην «Πόλη του Φωτός», όπου τον περιμένει γνωριμία του καλοκαιριού, φιλοξενείται από διανοούμενους της Αριστεράς, συναντά την ιδανική γυναίκα και καταλήγει να μοιράζεται διαμέρισμα μετά κοινωνιολόγου γεροντοκόρης στο Quartier Latin.

"Ο Orson Welles είχε πει κάποτε πως οι Αμερικάνοι πιστεύουν ότι: «Όταν ένας καλός Αμερικάνος πεθάνει, για ανταμοιβή πάει γραμμή στο Παρίσι». Δεν ξέρω αν αυτό είναι όντως ανταμοιβή ή τιμωρία, σε ότι με αφορά πάντως ήταν η μόνη λύση που είχα..."

Η συνέχεια –τρόπον τινά– εκ του προηγουμένου (και καθόλου πιο διδακτική).

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Φοιτητής Εξωτερικού



Δεν ξέρω αν αυτό είναι σημαδιακό, αλλά στη Γενεύη έφτασα νύχτα. Μετά από ένα ατελείωτο σιδηροδρομικό ταξίδι μέσα από τις απέραντες φυτείες κραμπολάχανων της Γιουγκοσλαβίας κι ένα σύντομο πέρασμα από την πολιτισμένη και μεσογειακά ευρωπαϊκή Ιταλία έφτασα επιτέλους στον παράδεισο, όπου κατά πάσα πιθανότητα θα την άραζα μπέϊκα –υπό την πρόφαση σπουδών– για τα επόμενα τουλάχιστον τέσσερα χρόνια –κι έχει ο θεός.

Άφησα τα αναρίθμητα μπαγκάζια μου στα ντουλάπια φύλαξης του σταθμού –κατά πως με είχαν δασκαλέψει οι γνωρίζοντες στην Αθήνα– και κουβαλώντας μόνο μια μεσαίου μεγέθους βαλίτσα (πολύ κύριος, έτσι; ούτε κοφίνια, ούτε κότες, ούτε τίποτα) προχώρησα με αποφασιστικό βήμα προς την έξοδο, προς την ελευθερία και τον πολιτισμό, την ασυδοσία και την ξεγνοιασιά. Ούτε δεκαοχτώ χρονών ακόμα και με κανέναν πάνω από το κεφάλι μου, να μου λέει τι να κάνω και τι να μην κάνω, χωρίς άγχος για το μέλλον –γιατί και τίποτα να μην κατάφερνα, που λέει ο λόγος, πάλι θα είχα ένα ευπρεπές εισόδημα από την κληρονομιά του πατέρα μου για να πορεύομαι– και, το σπουδαιότερο, τελείως ανυποψίαστος για τις δυσκολίες που με περίμεναν.
 

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

SKY & Co. Ltd




(Βλάσφημος Θεατρική Ιλαροτραγωδία εις Πράξεις Τρεις)

Αίθουσα αναμονής. Χάλι μαύρο, όπως όλοι οι κοινόχρηστοι χώροι του είδους αυτού. Βρώμικοι και ξεφλουδισμένοι τοίχοι με δυο τρεις διαφημιστικές αφίσες (αναψυκτικών, τσιγάρων, ταξιδιών), επιγραφές του τύπου: «ΜΗΝ ΠΤΥΕΤΕ ΕΠΙ ΤΟΥ ΔΑΠΕΔΟΥ», «ΜΗΝ ΒΛΑΣΦΗΜΕΙΤΕ ΤΑ ΘΕΙΑ», «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΦΟΡΟΔΙΑΦΕΥΓΕΙΝ» (sic), «ΣΠΕΥΔΕ ΒΡΑΔΕΩΣ», «ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ» κ.λ.π. Κοντά σ' αυτά μπορεί κανείς να απολαύσει γκράφιτι του τύπου: «ΘΡΥΛΟΣ, gate 7», «Η ΚΕΝΟΝΙΑ ΗΝΕ ΣΑΠΗΑ», «ΟΞΟ Η ΑΛΒΑΝΗ», «ΖΙΤΟ Ο ΜΗΤΣΟΣ», «ΘΑ ΣΑΛΤΑΡΩ, ΘΑ ΣΑΛΤΑΡΩ, ΤΗΝ ΡΕΖΕΡΒΑ ΘΑ ΣΟΥ ΠΑΡΩ», «ΑΤΖΕΛΑ I LOVE YOU», «ΑΝΑΡΧΙΑ ΘΑ ΠΕΙ ΕΛΕΦΘΕΡΗΑ», «ΚΟΜΟΥΝΙΑ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΤΕ», «Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟΥΣ ΒΛΑΧΟΥΣ», «ΝΑ ΠΕΘΑΝΗ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ» κι άλλα τέτοια ευρηματικά.

Στο ταβάνι ένας γυμνός γλόμπος.

Γύρω γύρω πάγκοι και καρέκλες από φορμάϊκα. Ένα χαμηλό τραπεζάκι με παλιές εφημερίδες και περιοδικά. Αποτσίγαρα, χαρτιά κι άλλα σκουπίδια στο πάτωμα.

Πέντε νοματαίοι. Καθισμένοι σ' έναν πάγκο ο Στράτος, ο Μπιλ, η Κούλα και η κυρία Τόνια. Ξάπλα στο πάτωμα, με την στραπατσαρισμένη ρεπούμπλικα κατεβασμένη στα μάτια ο Mήτσος, ενώ η αδερφή Ζηνοβία, γονατισμένη σε μια γωνία, κάνει σταυρούς και μετάνοιες.

Κάπου απ' έξω ακούγονται αμυδρά παλιά ρεμπέτικα του τύπου: «Όταν καπνίζει ο λουλάς», «Κάτω στα λεμονάδικα» κι άλλα τέτοια εποικοδομητικά.
 

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Αντ' Αυτών





Ένα ωραίο εξώφυλλο, με αισθαντικά ηλιοβασιλέματα και αιθέριες, μελαγχολικές, εξαερωμένες υπάρξεις που ρεμβάζουν και ένας τίτλος πιασάρικος που θα εμπεριέχει τις λέξεις «αγάπη», «φεγγάρια», «δάκρυα», «πληγωμένη», «προδοσία», «άγγελοι» κ.λ.π. Εξασφαλίζει, με κλειστά μάτια, σίγουρη εκδοτική επιτυχία. Αν τώρα το όνομα του συγγραφέα είναι γένους θηλυκού (που εννιά φορές στις δέκα είναι) και δη της διπλόκαννης ποικιλίας –Αδελαΐδα Βαζούρογλου-Σουρδοπούλου, ας πούμε– ακόμα καλύτερα, προσδίδει κύρος. Γιατί γένους θηλυκού; Μα επειδή η συντριπτική πλειοψηφία του αναγνωστικού κοινού αποτελείται από γυναίκες. (Και δεν κατάλαβα γιατί μια χαροκαμένη θα χάσει τον χρόνο της να διαβάσει τις μπούρδες ενός άντρα, που σίγουρα δεν καταλαβαίνει το δράμα της; ποιο δράμα; Σκασμός, ατάσθαλε. Όλες οι γυναίκες κουβαλούν ένα δράμα –κρυφό ή φανερό).

Τώρα βέβαια, όπως λένε και οι σοφοί στις Ινδίες, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Και μπορεί μεν η Αδελαΐδα Βαζούρογλου-Σουρδοπούλου να γνωρίζει ανεπανάληπτη εκδοτική επιτυχία με το τελευταίο της αριστούργημα «Δακρυσμένες αγάπες στα φεγγάρια του Αυγούστου», πλην όμως πόσες από τις τεθλιμμένες αναγνώστριες της μπορούν να φανταστούν πως στην πραγματικότητα το μόνο που έβαλε η διάσημη συγγραφεύς ιδιοχείρως είναι το θρυλικό της όνομα –κι αυτό όχι πάντα (αν δεν γνωρίζει ανάγνωση και γραφή). Μα τότε, θα μου πεις, ποιος έγραψε αυτό το αθάνατο αριστούργημα, τον ύμνο αυτό στη γυναικεία ευαισθησία, την αυτοθυσία, την συναισθηματική ανωτερότητα, τη γενναιότητα, την αυταπάρνηση ακόμη όταν προκύπτει η αναπόφευκτη προδοσία (του ανδρός φυσικά). Εκεί, θα χαμογελάσω, θ’ ανάψω τσιγάρο (ναι, ρε, γουστάρω και καπνίζω) και θα σου πω μια κουβέντα: το Φάντασμα.

Το Φάντασμα μπορεί να λέγεται Μήτσος, Μπάμπης, Νώντας ή Θανάσης, αλλά πάντως όχι Αδελαΐδα Βαζέρογλου-Σουρδοπούλου.

Την ιστορία ενός ακριβώς τέτοιου φαντάσματος ανέλαβα να σου διηγηθώ στο εκ των προτέρων καταδικασμένο σε αφάνεια χρονικό που ακολουθεί.

Το όνομα αυτού: Λουκάς Τσαγκαρσούλης. Επάγγελμα: Συγγραφεύς αντ’ αυτών.