Πέμπτη 21 Ιουλίου 2022

Ενωμοτάρχης Κουτσολέρας

 



Ονομάζομαι Κουτσολέρας Αθανάσιος, του Περικλέα και της Ασπασίας, το γένος Τσεκούρα, και εγεννήθην εις την ιστορικήν και ηρωϊκήν Βερδικούσιαν Λαρίσης, προπολεμικώς.

Απεφοίτησα με «Σχεδόν Καλώς» και διαγωγήν «Κοσμιωτάτην» από την Τετάρτην Δημοτικού του χωρίου μου και μέχρι το 18ον έτος της ηλικίας μου ησχολούμην να υποβοηθώ τον σεβαστόν μου πατέραν εις διαφόρους γεωργικάς εργασίας καθώς και εις το καφενείον «Το Εθνικόν», που διατηρούσε εις την πλατείαν εξαπανέκαθεν.

Κατόπιν ο εν λόγω πατήρ μου ενήργησεν αρμοδίως και κατόπιν μεσολαβήσεως του σεβαστού μας βουλευτού Μπαρτζώκα, εδιορίσθην, αριστίνδην, εις την ένδοξον Βασιλικήν Χωροφυλακήν, εις την οποίαν έκτοτε ενδιαιτώ μετά χαρακτηριστικής επιτυχίας.

Ο διορισμός μου ούτος κατέστη δυνατός λόγω της θητείας του πατρός μου Περικλέους εις τας διασήμους εθνικάς ομάδας του διασήμου και αμέμπτου εθνικόφρονος Σούρλα,1 τόσον κατά την Γερμανικήν Διοίκησιν της χώρας όσον και μετέπειτα, όταν οι αδίστακτοι κομμουνισταί, εκ Σοβιετίας υποκινούμενοι, ηπείλησαν να μετατρέψουν την πατρίδαν εις έν απέραντον κολχόζ.

Το λέγω τούτο προκειμένου να καταδείξω περιτράνως ότι εις την οικογένειάν μας εμφερόμεθα αενάως από εθνικά φρονήματα και διατελούμε ακοίμητοι θεματοφύλακες του τριπτύχου «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια».

Ας μου επιτραπεί εις το σημείον αυτό όπως αναφωνήσω μετ’ ενθουσιασμού και πατριωτικής ανατάσεως ένα βροντερόν:

«Ζήτω το Έθνος!»

«Ζήτω ο Βασιλεύς!»

«Ζήτω η ένδοξος Βασιλική Χωροφυλακή!»


Download PDF

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2022

H Τριλογία των Ταξιδιών

 



Ο Όμηρος είπε για την Ελένη πως ήταν η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου.
Καμιά άλλη περιγραφή. Αυτό μόνο.
Η ωραιότερη!
Χωρίς να επιδέχεται αντίρρηση ή σχολιασμό.

Η δική μου Ελένη λεγόταν Κατερίνα.
Ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερή μου και φυσικά το ωραιότερο κορίτσι του κόσμου.

Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα…

Η Κατερίνα ήταν πρώτη μου ξαδέρφη.


Download PDF - volume 1

Download PDF - volume 2

Download PDF - volume 3

Σάββατο 18 Ιουνίου 2022

Τα Δημοσιευμένα

 


Μια παρέα φίλων, που σκέφτονταν λίγο πιο διαφορετικά από τους άλλους, αποφάσισαν να εκδώσουν ένα περιοδικό. Όχι, δεν ήταν μία ακόμη «πολιτιστική» προσπάθεια, ούτε «ένα πετραδάκι» στο κουλτουραλιστικό γίγνεσθαι του τόπου. Απλά ήθελαν αυτοί οι άνθρωποι να πουν μερικά πράγματα, έτσι όπως ήταν στην πραγματικότητα κι όχι όπως επιτηδείως παρουσιάζονταν. Να στηλιτεύσουν τα κακώς έχοντα; Καθόλου. Να δείξουν τους ένοιαζε την απελπιστική γυμνότητα και την αβυσσαλέα οπισθοδρόμηση αυτού που η επαρχιακή νοοτροπία θεωρούσε «πνευματικότητα». Τη δήθεν «διανόηση» θέλαν να κοροϊδέψουν, να ξορκίσουν τη μούχλα που σκέπαζε τα πάντα και να φωνάξουν «ρε, σεις... ο βασιλιάς είναι ξεβράκωτος»! Για να το διορθώσουν; Όχι. Δεν είχαν ούτε τα μέσα ούτε τις αυταπάτες που απαιτούνται για ένα τέτοιο εγχείρημα. Απλά, να το δείξουν, να αφαιρέσουν τη δικαιολογία του «δεν ήξερα» κι από κει και πέρα ήταν δουλειά του καθενός να δεχτεί ή να μη δεχτεί να παίξει σ’ αυτό το στημένο έργο κι αν φιλοτιμιόταν να διορθώσει λίγο και το σενάριο, σε ό,τι τουλάχιστον τον αφορούσε.

Πολιτική θέση; Καμία. Είχαν όλοι τους καταλάβει πού πήγαινε η δουλειά. 1986 λέμε. Όλα τα σημάδια ήταν από πολύ καιρό τώρα ορατά. Η παρέα είχε καταλάβει, από ένστικτο, πως οι «ταγοί» έπαιζαν σ’ ένα στημένο παιχνίδι –εν γνώσει τους. Γι’ αυτό και θέλησαν να μείνουν μακριά από το τραπέζι αυτό με τη σημαδεμένη τράπουλα.

Το περιοδικό ονομάστηκε, δια βοής, «ΜΕΙΟΝ». Ανασκουμπώθηκαν και στρώθηκαν στη δουλειά (λέμε τώρα!...).

*   *   *

Μάζεψα κάμποσα κείμενα εκείνης της εποχής εδώ πέρα, όχι πως έχουν κάποια αξία, αλλά έτσι, για να θυμηθούμε λίγο μια εποχή εντελώς διαφορετική από τούτην εδώ, όχι καλύτερη, πάντως σίγουρα λιγότερο απάνθρωπη.

Download PDF


Τρίτη 5 Απριλίου 2022

Αληθινοί Θρύλοι και Παραδόσεις

 



Όταν ο αείμνηστος Νικόλαος Πολίτης (1852-1921) άρχισε να συλλέγει λαϊκές παραδόσεις, με την άκαμπτη επιστημονική σχολαστικότητα που χαρακτήριζε τους διανοούμενους εκείνης της εποχής, δεν πιστεύω να φανταζόταν ότι θα έβρισκε τόσους κατοπινούς μιμητές του έργου του. Δάσκαλοι, δημόσιοι υπάλληλοι, μονόχνωτοι συνταξιούχοι, συμβολαιογράφοι, και κάθε είδους εγγράμματοι, που η μοίρα τους η κακιά τους έριξε στη σεπτή, ηθική και λεβεντομάνα επαρχία, θεώρησαν καθήκον τους να διασώσουν αυτό που οι ίδιοι και οι όμοιοί τους συνήθιζαν να θεωρούν σαν «λαϊκή πνευματική κληρονομιά» του τόπου.

Πλήθος οι λαογράφοι λοιπόν και ίσως μόνον οι ποιητές τους ξεπερνούν σε αριθμό (και σε χαρτί που πάει τζάμπα).

Oύλοι αυτοί λοιπόν έχουν μαζέψει έναν σεβαστό όγκο ιστοριών, τις οποίες αποδίδουν, λίγο-πολύ με τον ίδιο αποστειρωμένο τρόπο, εξωραΐζοντας τες κι αφαιρώντας οτιδήποτε θα μπορούσε να σκανδαλίσει τον ευαίσθητο στα θέματα ηθικής αναγνώστη.

Όποιος έχει βρεθεί σε καφενείο χωριού κι έχει ακούσει τους «παλιούς» να διηγούνται συμβάντα του παρελθόντος καταλαβαίνει πολύ καλά για τι πράγμα μιλάω. Για τον μπαρμπα-Μήτρο δεν υπάρχουν ντιλετάντικοι φραγμοί στη διήγηση, ούτε τα δήθεν και τα τάχαμου των περί δια γραμμάτου. Αυτός θα πει τα πράγματα όπως γίνηκαν ή όπως νομίζει ότι γίνηκαν. Επίσης, αυτό που διηγείται, για εκείνον, είναι κάτι που συνέβη στ’ αλήθεια. Πολύ παλιά, εντάξει, αλλά συνέβη. Δεν ξέρει από λαογραφίες και διαχωρισμούς ανάμεσα σε πραγματικότητα και θρύλο.

Η Μέλπω της Καραγιώργαινας γκαστρώθηκε από τα καρκατζάλια, που την έμπλαξαν στον μύλο! Πάει και τελείωσε! Είναι γεγονός καταγεγραμμένο στη συλλογική μνήμη της κοινότητας. Δεν πρόκειται ούτε για παραμύθι, ούτε για θρύλο. Πάνε ρώτα όποιον θες.

Oύλες οι ιστορίες που προέρχονται από τον λαό είναι έτσι. Αν κακοποιούνται αδίστακτα από τους ηθικολόγους λαογράφους αυτό είναι ένα πρόβλημα, που εμάς όμως μας αφήνει παγερά αδιάφορους.

Διαλέξαμε μερικές από τις διηγήσεις που καταχωρούνται σαν «παραδόσεις» και τις διερευνήσαμε εξονυχιστικώς, με την ευσυνειδησία και την επιστημοσύνη που μας διακρίνουν. Ανακαλύψαμε δε, άνευ εκπλήξεως, πως πρόκειται για καταγραφές αληθινών συμβάντων, όχι για παραμύθια.

Θεωρήσαμε φυσικά χρέος μας να τα αποδώσουμε στο νοήμον κοινό όπως τους αρμόζει, με κάθε λεπτομέρεια και ρεαλισμό –ακόμα κι αν κάποια από τα συμβάντα αυτά μας βάζουν σε σκέψεις.

Αυτό όμως δεν είναι της παρούσης.


Download PDF


Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2022

Ο παρ' ολίγον Βασιλέας των Ινδιών

 


«Το υπέροχο στις ιστορίες του πατέρα μου ήταν ότι ενώ η καθεμιά τους επαναλαμβανόταν άπειρες φορές καμιά εκδοχή δεν ήταν όμοια με την προηγούμενη. Σαν να είχε θυμηθεί στο μεταξύ λεπτομέρειες που είχε παραλείψει στην τελευταία διήγηση. Ωστόσο η βάση παρέμενε η ίδια και τα κεντρικά στοιχεία αναλλοίωτα.

Για χρόνια πίστευα πως αυτές οι διηγήσεις ήταν επινοήσεις ενός δημιουργικού μυαλού, για να διασκεδάσει την ανία της μακριάς χειμωνιάτικης νύχτας. Όταν όμως αργότερα μου δόθηκε η ευκαιρία να ψάξω κάπως τα «μυθικά» γεγονότα κατάπληκτος διαπίστωσα πως ο «μύθος» πατούσε στέρεα πάνω σε αληθινά συμβάντα. Η πλήρης ιστορική επαλήθευση θα ήταν βεβαίως προβληματική, γιατί, όπως όλοι οι παραμυθάδες, έτσι κι ο δικός μου, μπέρδευε ημερομηνίες, εποχές, πρόσωπα και καταστάσεις, όπως τον βόλευε για να κάνει τη διήγησή του συναρπαστική. Αλλά την καρδιά του κάθε γεγονότος δεν την επινοούσε, απλά κένταγε πάνω της, χωρίς να δίνει εξηγήσεις και χωρίς να αιτιολογεί.»

Dowload PDF

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2021

Μητσάρα... Υπεμονή!

 



Πριν από οτιδήποτε άλλο, φίλε μου Μητσάρα, να σου πω –σε περίπτωση που δεν το έχεις καταλάβει ακόμα– ότι το κόλπο είναι στημένο. Και είναι στημένο τόσο μαστορικά ώστε, ακόμα κι όταν έχεις την εντύπωση ότι κερδίζεις, χάνεις. Αυτό να καταλάβεις μόνο και θα δεις που θα συνεννοηθούμε μια χαρά.

Θα μου πεις, ενδεχομένως, ότι και στο πιο καλοστημένο κόλπο ο παίκτης ο ξύπνιος, ο περπατημένος, ο ζόρικος, κάτι θα βρει απ’ όπου να πιαστεί και να ρεφάρει. Και ναι, έτσι είναι και θα συμφωνήσω μαζί σου, πλην αυτό, Μητσάρα, όπως γνωρίζουμε, ισχύει για την πίσω κάμαρη του καφενείου του Ανέστου, στα Άσπρα Χώματα, που ρίχνουν το ζάρι στην κουβέρτα κι όποιον πάρει ο Χάρος, όπως πάλαι ποτέ (τις παραδόσεις να τις κρατάμε –έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα τ’ αφήκουμε), όχι στο Καζίνο, όπου το όλο έργο έχει στηθεί επιστημονικά. Το Καζίνο δεν χάνει ποτέ, γιατί αν έχανε δεν θα ήτουνε Καζίνο, θα ήτουνε κρατικός οργανισμός κοινής ωφελείας. Και... πού ’σαι, Μητσάρα, τούτο εδώ το Καζίνο, για το οποίο μιλάμε και στο οποίο, εκόντες άκοντες, βρισκόμαστε όλοι, να τ’ ακουμπάμε στη ρουλέτα, είναι και μπιπ τα Καζίνα!

Μιλάμε... μπαίνεις μέσα ντυμένος γκραν, με φράκο και παπιόν, και βγαίνεις με το σώβρακο –και λες κι ευχαριστώ που δεν σε πούλησαν, οι καλοί ανθρώποι, σκλάβο στην Ταγγέρη, να ξεχρεώσεις τη χασούρα.


Τρίτη 4 Μαΐου 2021

Ο Ταρζάν του Αιγιαλού

 



Ο Αιγιαλός ήταν ένα από τα θέρετρα εκείνα που μάζευε κάθε καλοκαίρι χιλιάδες παραθεριστές από τον κάμπο. Τέρμα Θεού, ούτε ο χάρτης δεν το έχει! Κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που ο πατέρας μου θεωρούσε αυτό το τέρμα θεού «επίγειο παράδεισο» και ιδανικό τόπο για ξεκαλοκαιριό.

Αυτό το καλοκαίρι των δεκατεσσάρων μου χρόνων (σχεδόν δεκαπέντε) πήγα στον Αιγιαλό έχοντας πάρει ορισμένες σημαντικές αποφάσεις. Αυτή τη φορά ήξερα πως θα τα πέρναγα καλά. Και το ήξερα γιατί το είχα ήδη προγραμματίσει όλον τον χειμώνα. Διάολε, στο κάτω-κάτω είχα μεγαλώσει! Ήδη είχα ξεπεράσει στο ύψος τον πατέρα μου και πήγαινα στο Γυμνάσιο. Δεν θ’ άφηνα πια τους άλλους να κανονίζουν τη ζωή μου για μένα. Θα ’παιρνα την κατάσταση στα χέρια μου. Ήδη, από το περασμένο καλοκαίρι μ’ άφηναν να πηγαίνω για μπάνιο μόνος μου. Τα «μη» και οι νουθεσίες εξακολουθούσαν να υπάρχουν βέβαια, αλλά ποιος τους έδινε πια σημασία! Άλλωστε, είχα βάλει μυαλό, έμαθα να ξεπερνάω τους σκοπέλους αναίμακτα. Λες εκεί ένα «μάλιστα» και κάνεις το δικό σου, αφήνοντας τους άλλους με την ηθική ικανοποίηση ότι «ακούς».

Αυτό το καλοκαίρι στον Αιγιαλό σίγουρα θα ’ταν τελείως ξεχωριστό. Για μια τελευταία ίσως φορά, πριν προφθάσω να μεγαλώσω, μου δινόταν η ευκαιρία να ζήσω μέσα στο όνειρο που ο ίδιος είχα κατασκευάσει. Και την ευκαιρία αυτή δεν σκόπευα να τη χάσω με τίποτα!

----------

Αυτό το έπος το είχα ανεβάσει παλιότερα. Κάθισα να το διορθώσω, να το αναμορφώσω, να εμπλουτίσω την εικονογράφησή του και να το παραδώσω άρτιο και πάλι στο νοήμον κοινό, που αρέσκεται στις ιστορίες που δεν πρόκειται ποτέ να βραβευτούν από κανέναν επίσημο οργανισμό της εγχωρίου ή της ξένης Διανόησης.


Download PDF